ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

biophoto

Κωνσταντίνος Αναγνώστου MD
Λεωφόρος . Κύπρου 19 – Αργυρούπολη   2130313040 – 0030 6945285048
fax:  2130313042  e-mail: anagnostoukons@gmail.com
  www.dranagnostou.gr

O ιατρός Κωνσταντίνος Αναγνώστου του Θεοφύλακτου γεννήθηκε στη Σάμο. Αποφοίτησε το 2004 από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών. Το 2006 ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία στο Υγειονομικό Σώμα και το 2013 έλαβε τον τίτλο του Ορθοπαιδικού Χειρουργού από την Ορθοπαιδική Κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών, ενώ μέρος της ειδίκευσης  έλαβε στο Νοσοκομείο Παίδων  «Παναγιώτη και Αγλαΐας Κυριακού» καθώς και στο Γενικό Νοσοκομείο Σάμου.

  Είναι υποψήφιος Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών. Έχει παρακολουθήσει μεγάλο αριθμό εκπαιδευτικών σεμιναρίων ,συνεδρίων και ημερίδων και έχει συμμετάσχει σε δημοσιεύσεις με κύρια κατεύθυνση τις παθήσεις και κακώσεις του άνω άκρου καθώς και τις αθλητικές κακώσεις. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, της Ελληνικής Εταιρείας Χειρουργικής Ορθοπαιδικής & Τραυματολογίας, της Ελληνικής Αρθροσκοπικής Εταιρείας και της AO TRAUMA.

  Από το 2014 διατηρεί ιατρείο επί της Λεωφόρου Κύπρου 19 στην Αργυρούπολη και είναι  συνεργάτης των κλινικών Mediterraneo, Doctors Hospital, του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών (ειδικά της Κλινικής Χειρουργικής Χεριού – Άνω Άκρου & Επανορθωτικής Μικροχειρουργικής του Ιατρικού Αθηνών) και ΙΑΣΩ General. Από το 2015 είναι συνεργάτης του κέντρου σπονδυλικής στήλης  ‘’Spinalis” και Επιστημονικά Υπεύθυνος του Ορθοπαιδικού ιατρείου του πολυϊατρείου «διάγνωση» στη Νάουσα Πάρου.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΙΑΤΡΕΙΟΥ

  Ενδεικτικά βασικές παθήσεις και κακώσεις του μυοσκελετικού συστήματος που παρακολουθούνται ( διάγνωση – συντηρητική αντιμετώπιση – προγραμματισμός και προετοιμασία χειρουργικής αντιμετώπισης – μετεγχειρητική παρακολούθηση) στο ιατρείο*:

  • Κατάγματα – Διαστρέμματα – Μυικές θλάσεις – Τενοντίτιδες
  • Οσφυαλγία –Αυχεναλγία – Ριζίτιδες
  • Σύνδρομο Υπακρωμιακής Προστριβής Ώμου / Τενοντίτιδα & Ρήξη Στροφικού Πετάλου
  • Επικονδυλίτιδες – Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα – Ωλένια νευρίτιδα – Στενωτική τενοντοελυτρίτιδα De Quervain, Eκτινασσόμενος δάκτυλος (Trigger finger), Ρίκνωση Παλαμιαίας απονεύρωσης (Dupuytren), TFCC ρήξη κ.α.
  • Εκφυλιστική αρθρίτιδα – οστεοαρθρίτιδα Ισχίου, Γόνατος, Ώμου και μικρών αρθρώσεων
  • Ρήξη μηνίσκου, χιαστών και πλάγιων συνδέσμων γόνατος
  • Βλαισός μέγας δάκτυλος, Πελματιαία απονευρωσίτιδα , νεύρωμα Morton
  • Συγγενείς και επίκτητες παθήσεις ΣΣ και άκρων ( π.χ. Σκολίωση, Κύφωση, Οστεοχονδρίτιδες, Πλατυποδία, Βλαισοποδία, «Overuse» σύνδρομα σε παιδιά και ενήλικες κ.α.)
  • Οστεοπόρωση – Μεταβολικές παθήσεις μυοσκελετικού

* οι χειρουργικές πράξεις πραγματοποιούνται στις προαναφερόμενες κλινικές

  Ο ιατρός είναι πιστοποιημένος για ηλεκτρονική συνταγογράφηση. Δέχεται κατόπιν ραντεβού καθημερινά 17:00 – 22:00. Κατ΄οίκον επίσκεψη, πρωινά και ΣΚ κατόπιν συνεννόησης. Ο ιατρός είναι συμβεβλημένος και εξυπηρετεί  ασφαλισμένους του ΕΔΟΕΑΠ  και ιδιωτικών ασφαλειών μέσω του δικτύου της FONEMED – ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗΣ.

 

ΟΣΤΕΟΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

ΟΣΤΕΟΑΡΘΡΙΤΙΔΑΗ οστεοαρθρίτιδα (ΟΑ) είναι μια χρόνια και εξελικτική νόσος των αρθρώσεων, η οποία εμφανίζεται σε ασθενείς μέσης και μεγάλης ηλικίας.Συνώνυμοι όροι που χρησιμοποιούνται είναι η εκφυλιστική αρθρίτιδα, η αρθροπάθεια και η παραμορφωτική αρθρίτιδα. Η βλάβη αφορά κυρίως στον αρθρικό χόνδρο (το επιφανειακό στρώμα της άρθρωσης όπου γίνεται η κίνηση και ολίσθηση ανάμεσα στα δύο οστά), συμμετέχουν όμως και τα άλλα στοιχεία μιας άρθρωσης, ο αρθρικός υμένας, το υποχόνδριο οστό (το οστό ακριβώς κάτω από τον χόνδρο) και τα πέριξ μαλακά μόρια.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της ΟΑ είναι η καταστροφή και εκφύλιση του χόνδρου, η φλεγμονώδης πάχυνση του υμένα, η σκλήρυνση του υποχόνδριου οστού, η ανάπτυξη οστεοφύτων, η διαταραχή της επαλληλίας και τη ανατομικής σχέσης των αρθρικών επιφανειών, ο πόνος και ο περιορισμός που φθάνει μέχρι την κατάργηση των
κινήσεων της άρθρωσης.Η ΟΑ ταξινομείται σε πρωτοπαθή, αγνώστου αιτιολογίας και δευτεροπαθή, όπου υπάρχει γνωστή και συγκεκριμένη αιτία, όπως π.χ.τραυματισμός, φλεγμονή, ενδοκρινής ή μεταβολική διαταραχή.

Αφορά κυρίως αρθρώσεις που υπόκεινται σε χρόνια καταπόνηση, όπως το γόνατο και το ισχίο και λιγότερο τον ώμο και τις αρθρώσεις των δακτύλων του χεριού. Η ΟΑ σήμερα με την αύξηση του μέσου όρου ζωής αποτελεί ένα απότα δυσεπίλυτα προβλήματα παθολογίας του ερειστικού συστήματος που απασχολεί μεγάλο αριθμό συνανθρώπων μας. Η πληθώρα των γνωστών και άγνωστων αιτιών που την προκαλούν, αλλά και η πολυπλοκότητα και αλληλοεπίδραση των παθογενετικών μηχανισμών κάνει ιδιαίτερα δύσκολη την αντιμετώπιση, η οποία εξακολουθεί να είναι κυρίως συμπτωματική παρά αιτιολογική.


 

Βασικοί προδιαθεσικοί παράγοντες εμφάνισης ΟΑ είναι η ηλικία (> 50 ετών), το γυναικείο φύλο, η γενετική προδιάθεση, η φυλή (εμφανίζεται σπανιότερα σε Αφρο-Αμερικανούς σε σχέση με λευκούς και ισπανόφωνους), η παχυσαρκία, το τραύμα, η επαγγελματική καταπόνηση και η μυϊκή αδυναμία. Παθοφυσιολογικά η αρχική βλάβη αφορά τον αρθρικό χόνδρο, του οποίου η περιεκτικότητα σε νερό αυξάνεται ενώ αυτή των πρωτεογλυκανών ελαττώνεται.

Η αλλοίωση αυτή του χόνδρου οδηγεί σε διάβρωση και σε μια διαδοχική διαταραχή του υποχόνδριου οστού, τουαρθρικού θυλάκου και του αρθρικού υμένα σε προχωρημένο στάδιο. Αντιδραστική παραγωγή νέου οστού στην περιφέρεια της άρθρωσης (οστεόφυτα) χωρίς δομική ισοδυναμία είναι χαρακτηριστική. Η έναρξη είναι βραδεία και περιλαμβάνει ελαφρύ πόνο μετά από κόπωση που ελαττώνεται με την ανάπαυση. Σταδιακά ο πόνος γίνεται εντονότερος, εμφανίζεται και κατά τηνανάπαυση και τις νυκτερινές ώρες. Εκτός από τον πόνο σταδιακά εγκαθίσταται δυσκαμψία (μετά από περιόδους αδράνειας), οίδημα των μαλακών μορίων, συνεχής και προοδευτική παραμόρφωση της άρθρωσης, μυϊκή ατροφία, τοπική ευαισθησία, τριγμός, αστάθεια και απώλεια λειτουργικότητας. Κύρια αίτια πόνου είναι η ίνωση του αρθρικού θυλάκου , η μυϊκή κόπωση και η αυξημένη οστική πίεση.


 

ΟΣΤΕΟΑΡΘΡΙΤΙΔΑ 2 Απεικονιστικά αρκούν οι ακτινογραφίες της άρθρωσης (προσθιοπίσθια και πλάγια λήψη), ιδιαίτερα σε φόρτιση όταν αφορά τα κάτω άκρα. Επιπλέον λήψεις βοηθούν στην εντόπιση. Κύρια ακτινολογικά χαρακτηριστικά είναι η στένωση του μεσάρθριου διαστήματος, η παρουσία οστεοφύτων, η σκλήρυνση του υποχόνδριου οστού και η παρουσία υποχόνδριων κύστεων. Όσον αφορά τη θεραπεία της (ΟΑ), αυτή εξαρτάται από το στάδιο της νόσου. Στα αρχικά στάδια όπου υπάρχει διαλείπων πόνος χωρίς σημαντικό περιορισμό της κίνησης επιλέγεται η συντηρητική
αντιμετώπιση, η οποία συνίσταται σε:1.Κοινά παυσίπονα (π.χ. παρακεταμόλη ) 2.Απώλεια βάρους και τροποποίηση της καθημερινής δραστηριότητας
3. Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη ( με προσοχή ) 4. Ισχυρά αναλγητικά (οπιοειδή) 5.Πρόγραμμα ασκήσεων και Φυσικοθεραπεία 6.Χρήση ναρθήκων   /κηδεμόνων αποφόρτισης. 7.Ενδαρθρική έγχυση κορτικοστεροειδούς 8.Ενδαρθρική έγχυση ιξωδοελαστικού π.χ. υαλουρονικού Όταν η (ΟΑ) έχει προχωρήσει, η καταστροφή του χόνδρου είναι μεγάλη και τα συμπτώματα είναι έντονα και συνεχή, ώστε να επηρεάζουν την καθημερινότητα του ασθενούς, συνιστάται η χειρουργική αντιμετώπιση. Αυτή μπορεί να είναι: 1.Αρθροσκοπικός καθαρισμός (όταν υπάρχει μηνισκική βλάβη σε ηλικία μη
προχωρημένη) 2. Υψηλή οστεοτομία κνήμης (σε νέους ασθενείς με μονοδιαμερισματική ΟΑ γόνατος, όπου πάσχει μόνο ένα τμήμα της άρθρωσης)
3.Μονοδιαμερισματική αρθροπλαστική γόνατος ( σε μονοδιαμερισματική ΟΑ) 4.Ολική αρθροπλαστική (σε προχωρημένη ΟΑ και αφορά γόνατο, ισχίο, ώμο, αγκώνα, καρπό και ποδοκνημική). Αντικατάσταση δηλαδή όλης της άρθρωσης από μεταλλικά εμφυτεύματα συγκεκριμένων κραμάτων και πολυαιθυλενίου.


ΟΣΤΕΟΑΡΘΡΙΤΙΔΑ 3 Σύγχρονες τεχνικές ελάχιστα επεμβατικής χειρουργικής και υποβοηθούμενης ρομποτικά έχουν μειώσει κατά πολύ το χρόνο χειρουργείου, την απώλεια αίματος, τις ημέρες νοσηλείας καθώς και το χρόνο αποθεραπείας. Επίσης την τελευταία δεκαετία σε χρήση τέθηκαν εγχύσεις αυξητικών παραγόντων (PRPs) και βλαστοκυττάρων σε επιλεγμένες πρώιμες μορφές ΟΑ με κύριο στόχο την ανάσχεση της προόδου της νόσου.

ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ

ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗΟ Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), έχει ανακηρύξει την 20η Οκτωβρίου κάθε έτους σαν παγκόσμια ημέρα οστεοπόρωσης. Η οστεοπόρωση αποτελεί μία διαταραχή του μεταβολισμού των οστών. Χαρακτηρίζεται από μείωση στην οστική μάζα με αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο κατάγματος. Είναι νόσος ποσοτική και όχι ποιοτική. «Προτιμάει», πιθανότατα λόγω ορμονικών παραγόντων, τις γυναίκες αν και η επίδραση του στους άνδρες έχει -τουλάχιστον στη χώρα μας- υποτιμηθεί. Μέχρι το 1982 η ιατρική κοινότητα ελάχιστα είχε ασχοληθεί με το θέμα της οστεοπόρωσης. Αφετηρία μιας τεράστιας ερευνητικής πορείας που συνεχίζεται και σήμερα, ήταν η παρατήρηση της δραματικής απώλειας οστικής μάζας των κοσμοναυτών που παρέμεναν για μεγάλο διάστημα σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας καθώς και τα υψηλά ποσοστά καταγμάτων μικρής βίας όταν επέστρεφαν στη Γη.

Η οστεοπόρωση μπορεί κυρίως να ταξινομηθεί σε δύο μεγάλες κατηγορίες: α) Στη μετεμμηνοπαυσιακή (τύπου Ι), πουαφορά γυναίκες 50-70 ετών και β) στη γεροντική (τύπου ΙΙ), που αφορά άτομα μεγαλύτερα των 70 ετών. Πολλοί παράγοντες μπορούν ναεπηρεάσουν την έναρξη και την πορεία της νόσου. Το κάπνισμα, το αλκοόλ, η μακροχρόνια χρήση κορτικοστεροειδών, το χαμηλό σωματικό βάρος, η Καυκάσια φυλή, οι παθήσεις του θυρεοειδούς και η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα, είναι λίγοι μόνο από τους προδιαθεσικούς παράγοντες της οστεοπόρωσης, ενώ η καλή διατροφή, η άσκηση και κυρίως η επίτευξη καλής κορυφαίας οστικής μάζας σε νεαρή ηλικία, βοηθούν ουσιαστικά στην διατήρηση καλής οστικής μάζας. Ο έλεγχος της οστεοπόρωσης πρέπει να περιλαμβάνει την κλινική εξέταση, τη λήψη ιστορικού, τη μέτρηση της Οστικής Πυκνότητας (ΜΟΠ), καθώς και τον εργαστηριακό έλεγχο (εξετάσεις αίματος και ούρων).


 

Η ΜΟΠ πρέπει να γίνεται ανά έτος ή διετία ανάλογα με την πορεία της νόσου σε:

– Γυναίκες > 65 ετών, άνδρες >75 ετών
– Γυναίκες 50-64 ετών, άνδρες 50-74 ετών με αυξημένους παράγοντες κινδύνου όπως: προ ηγηθέν κάταγμα ευθραυστότητας (σπονδυλική στήλη, ισχίο, καρπός), ιστορικό πτώσεων, ιστορικό κατάγματος ισχίου γονέων,  καθώς και με τους προδιαθεσικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν προηγουμένως.
– Άτομα 40-49 ετών που με βάσει συγκεκριμένους πίνακες έχουν υψηλό κίνδυνο κατάγματος ισχίου ή μείζονος στεοπορωτικού κατάγματος στη δεκαετία.
Η μέτρηση της οστικής πυκνότητας γίνεται καλύτερα με τη μέθοδο D.E.X.A.. Πρέπει να γίνεται ταυτόχρονα στη σπονδυλική στήλη και στον αυχένα του μηριαίου και να λαμβάνεται υπόψη η χαμηλότερη τιμή.

Άλλες ανατομικές περιοχές στις οποίες μπορεί να γίνει Μέτρηση Οστικής Πυκνότητας, αλλά με σαφώς χαμηλότερη αξιοπιστία, είναι η πηχεοκαρπική και ο άκρος πόδας.
Η λήψη αγωγής καθορίζεται από τα αποτελέσματα της ΜΟΠ, των εξετάσεων αίματος και ούρων και από το ιστορικό του/της εξεταζόμενου. Υπάρχει μια μεγάλη γκάμα φαρμακευτικών προϊόντων για την αντιμετώπιση της νόσου. Από αυτή οι επιλογές εξατομικεύονται για τον κάθε ασθενή από τον θεράποντα ιατρό. Η άσκηση και η σωστή διατροφή όμως αποτελούν αναπόσπαστα μέρη κάθε
θεραπευτικού σχήματος.


 

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΥΠΑΚΡΩΜΙΑΚΗΣ ΠΡΟΣΤΡΙΒΗΣ

Το σύνδρομο υπακρωμιακής προστριβής (ΣΥΠ), περιλαμβάνει μια σειρά παθήσεων του ώμου από απλή τενοντίτιδα μέχρι ρήξη τένοντα και περιγράφει τη  βασική αιτιολογία αυτών.

Στον ώμο η γληνοβραχιόνια άρθρωση σταθεροποιείται από τον θύλακο, τους συνδέσμους και από μια ομάδα μυών, οι καταφυτικοί τένοντες των οποίων  δημιουργούν ένα «πέταλο» που  περιβάλλει την άρθρωση. Αυτοί είναι  ο Υπερακάνθιος, ο Υπακάνθιος, ο Υποπλάτιος και ο Ελάσσων Στρογγυλός,  υπεύθυνοι για την έναρξη της απαγωγής και τις στροφές, γνωστοί και ως «στροφικό πέταλο». Πάνω από αυτούς  εκτείνεται σε πιο επιφανειακό στρώμα ο Δελτοειδής μυς ενώ ρόλο στην κίνηση και σταθερότητα του ώμου κατέχουν και άλλοι μύες όπως ο Μείζων Θωρακικός, ο Μείζων Στρογγυλός και ο Πλατύς Ραχιαίος.

Κατά τη διάρκεια της απαγωγής ή της πρόσθιας κάμψης του βραχίονα και όσο πλησιάζουμε τις  900, το στροφικό πέταλο κινείται και σταδιακά παγιδεύεται σε έναν βαθμιαία στενότερο χώρο, μεταξύ της κεφαλής του βραχιονίου και της κάτω επιφάνειας του ακρωμίου. Ανάλογα με την ανατομική μορφολογία του ακρωμίου, πόσο δηλαδή αυτό προβάλλει προς τα κάτω, ταξινομείται σε τρεις τύπους, με τον τύπο ΙΙΙ να εκφυλίζει μέσω τριβής περισσότερο το πέταλο.

Συνέπεια της πίεσης και της τριβής αυτής είναι η εκδήλωση μια σειράς παθήσεων. Αρχικά εμφανίζεται τενοντίτιδα κυρίως του τένοντα του Υπερακανθίου με ή χωρίς εναπόθεση ασβεστίου. Ακολουθούν μικρορήξεις του πετάλου που μπορούν να φτάσουν μέχρι και σε πλήρη ρήξη των τενόντων.

Κλινικά το σύνδρομο εκδηλώνεται με έντονο πόνο κυρίως κατά την εργασία και τις κινήσεις του άνω άκρου πάνω από το ύψος των ώμων ( όταν π.χ. προσπαθούμε να φτάσουμε κάτι σε ένα ράφι, όταν σκουπίζουμε ένα τζάμι , στην κολύμβηση με πρόσθιο κ.τ.λ.).Όσο σταδιακά επιδεινώνεται και μένει χωρίς θεραπεία εμφανίζεται πόνος ηρεμίας και έντονος νυκτερινός πόνος , ενώ όταν υπάρχει ρήξη παρατηρείται επώδυνη αδυναμία κίνησης.

Η διάγνωση είναι κυρίως κλινική με συγκεκριμένες δοκιμασίες και επιβεβαιώνεται με τη βοήθεια υπερήχου, ακτινογραφίας και κυρίως MRI απεικόνισης.

Όσον αφορά την αντιμετώπιση, στα αρχικά στάδια  ακολουθείται αντιφλεγμονώδης αγωγή, υπακρωμιακή έγχυση στεροειδούς και φυσικοθεραπεία. Σε ανθεκτικές τενοντίτιδες και μεγάλες ασβεστοποιήσεις καθώς και σε ρήξεις του στροφικού πετάλου η θεραπεία είναι χειρουργική. Αρθροσκοπικά, με 2-3 τομές δέρματος μισού εκατοστού πραγματοποιείται καθαρισμός της άρθρωσης, αφαίρεση των ασβεστώσεων, ακρωμιοπλαστική – όπου το ακρώμιο διαμορφώνεται ώστε να μην προκαλεί τριβή στο τενόντιο πέταλο των στροφέων – και σε περίπτωση ρήξης γίνεται συρραφή με ειδικά ράμματα. Ο ασθενής νοσηλεύεται μόνο για μία ημέρα, ενώ μετεγχειρητικά ακολουθεί συγκεκριμένο πρωτόκολλο κινητοποίησης ανάλογα με τη βαρύτητα της πάθησης και τη θεραπεία στην οποία υπεβλήθη.

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΚΑΡΠΙΑΙΟΥ ΣΩΛΗΝΑ

Συνδρομο καρπιαίου σωληνα Το Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα (ΣΚΣ) αποτελεί μία από τις συχνότερες παθήσεις του χεριού, με συχνότητα εμφάνισης 0,1-10% στον γενικό πληθυσμό. Προσβάλλει κυρίως γυναίκες μέσης ηλικίας στην αρχή της εμμηνόπαυσης. Αποτελεί το σύνολο των συμπτωμάτων και κλινικών εκδηλώσεων λόγω της πίεσης του μέσου νεύρου κατά τη διέλευσή του από τον καρπιαίο σωλήνα.

Προδιαθεσικοί παράγοντες για την εμφάνιση του ΣΚΣ είναι : το φύλο ( θήλυ), η παχυσαρκία, η εγκυμοσύνη, η προχωρημένη ηλικία, το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις καρπού που απαντώνται σε επαγγέλματα όπως κομμωτές, οδοντίατροι, χειρώνακτες,καθώς και παθήσεις όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, ο υποθυρεοειδισμός, η αμυλοείδωση και η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Επιπλέον το ΣΚΣ εμφανίζεται συχνά μετά από κατάγματα ή εξαρθρήματα του κάτω πέρατος της κερκίδας και των οστών του καρπού. Ο μηχανισμός εμφάνισης και προοδευτικής επιδείνωσης του συνδρόμου βασίζεται στην έκθεση του καρπού σε επαναλαμβανόμενη κυκλική καταπόνηση ή δόνηση σε άτομα με φυσιολογική ανατομία καρπού, όπως οι ποδηλάτες, οι τενίστες και οι ρίπτες ή στην ύπαρξη χωροκατακτητικών δομών π.χ. γαγγλίου ή κύστης που πιέζουν το
μέσο νεύρο.

Ο καρπιαίος σωλήνας αποτελεί μια ανένδοτη οστεοϊνώδη δομή, ένα είδος «τούνελ». Τα όριά του σχηματίζονται από τις εξής ανατομικές δομές: Το έξω τοίχωμα από το φύμα του σκαφοειδούς και το μείζον πολύγωνο οστό, το έσω τοίχωμα από το άγκιστρο του αγκιστρωτού και το πισοειδές οστό, η οροφή από τον εγκάρσιο σύνδεσμο του καρπού και το έδαφος από τον κεντρικό στοίχο του καρπού. Μέσα από τον καρπιαίο σωλήνα διέρχονται το μέσο νεύρο και οι 9 τένοντες των καμπτήρων μυών των δακτύλων. Το μέσο νεύρο προέρχεται κυρίως από την Α6 ρίζα της αυχενικής μοίρας του νωτιαίουμυελού και σχηματίζεται σαν μέρος του βραχιόνιου πλέγματος.


 

Πορεύεται στην έσω επιφάνεια του βραχίονα και στην πρόσθια του αντιβραχίου πριν διέλθει μέσα από τον καρπιαίο σωλήνα για να φτάσει στο χέρι.Το μέσο νεύρο στο χέρι παρέχει αισθητικότητα στην παλαμιαία επιφάνεια του αντίχειρα , του δείκτη ,του μέσου και του ½ παράμεσου καθώς και στην κορυφή των δακτύλων συμβάλλοντας στην πολύ σημαντική αίσθηση της αφής. (τα τρία πρώτα δάκτυλα – αντίχειρας, δείκτης, μέσος – θεωρούνται όχι άδικα το «τρίτο μάτι» μας). Επιπλέον δίνει νεύρωση στην πλειοψηφία των «μικρών» μυών του θέναρος για τον αντίχειρα.

Συνδρομο καρπιαίου σωληνα 2

Κύρια συμπτώματα του ΣΚΣ είναι οι αιμωδίες στα 3 ½ δάκτυλα της κατανομής του μέσου νεύρου , πόνος στον καρπό και παραισθησίες που αντανακλούν προς τα δάκτυλα περιφερικά ή προς το αντιβράχιο και τον αγκώνα κεντρικά. Σπάνια ο πόνος αντανακλά μέχρι τον ώμο. Συνήθως είναι εντονότερος τις νυκτερινές και
πρώτες πρωινές ώρες και αφυπνίζει τον ασθενή. Αναφέρεται παροδική βελτίωση και ύφεση των συμπτωμάτων με την ανύψωση του μέλους και την άσκηση. Υπάρχουν περίοδοι με υφέσεις και εξάρσεις αρχικά , αργότερα όμως τόσο ο πόνος όσο και το μούδιασμα γίνονται μόνιμα.

Η μυϊκή αδυναμία είναι προοδευτική και μάλιστα σε παραμελημένες καταστάσεις περιορίζει τον ασθενή από καθημερινές – κυρίως λεπτές – δραστηριότητες όπως π.χ. κούμπωμα πουκάμισου , συγκράτηση κλειδιών ,κράτημα ποτηριού κ.α. Όσον φορά την κλινική εικόνα, έκδηλη μπορεί να είναι η ατροφία του θέναρος, ιδίως σε προχωρημένες περιπτώσεις. Διαταραγμένη ελέγχεται επίσης η αισθητικότητα στην περιοχή κατανομής του μέσου νεύρου που περιεγράφηκε ανωτέρω. Η διάγνωση του ΣΚΣ είναι κλινική, με τη βοήθεια διαφόρων tests όπως το Phalen test, το Tinel test και το Durkan’s test.

Απεικονιστικός έλεγχος με ακτινογραφία δεν είναι απαραίτητος, ενώ ο ηλεκτροφυσιολογικός έλεγχος με Ηλεκτρομυογράφημα – Νευρογράφημα μπορεί να επιβεβαιώσει την πάθηση. Σε ένα μικρό ποσοστό ο ηλεκτροφυσιολογικός έλεγχος δεν επιβεβαιώνει την κλινική εικόνα η οποία όπως ειπώθηκε είναι και η πλέον σημαντική.


 

Η θεραπεία του ΣΚΣ έχει διάφορα επίπεδα. Στα αρχικά στάδια μπορεί να χρησιμοποιηθούν νυκτερινοί νάρθηκες ακινητοποίησης του καρπού, τροποποίηση των δραστηριοτήτων και αντιφλεγμονώδης αγωγή. Σαν δεύτερη γραμμή κρούσης μπορεί να πραγματοποιηθεί εντός του σωλήνα ένεση στεροειδούς (κορτιζόνης). Αυτή δίνει σε ποσοστό 80% παροδική βελτίωση, ενώ από το ανωτέρω ποσοστό , το 22% θα παραμείνει ελεύθερο συμπτωμάτων για 1 έτος. Η πιο αποτελεσματική επιλογή είναι η χειρουργική αντιμετώπιση, κατά την οποία διανοίγεται ο εγκάρσιος σύνδεσμος του καρπού και αποσυμπιέζεται το μέσο νεύρο. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων υπάρχει άμεση ανακούφιση από τον πόνο και σταδιακή υποχώρηση των αιμωδιών.

Η δύναμη συγκράτησης μεταξύ αντίχειρα και δείκτη επανέρχεται πλήρως σε 6 εβδομάδες , ενώ η δύναμη δραγμού φτάνει στο 100% μετά από 12 εβδομάδες. Οι διαταραχές αισθητικότητας μπορεί να υποχωρήσουν ακόμη και μετά από 6 μήνες αλλά η αποκατάσταση είναι πλήρης. Αντίθετα σε παραμελημένες περιπτώσεις με εγκατεστημένη μυϊκή ατροφία, η κινητικότητα και η δύναμη δεν επανέρχονται ποτέ πλήρως. Η χειρουργική αντιμετώπιση μπορεί να γίνει είτε ανοικτά είτε τα τελευταία χρόνια ενδοσκοπικά. Η ανοικτή μέθοδος μπορεί να είναι η κλασσική ή ελάχιστα επεμβατική με μικρή τομή περιφερικά. Η ανοικτή κλασσική είναι πιο διαδεδομένη και είναι η μέθοδος εκλογής για παραμελημένες περιπτώσεις , για υποτροπές ή ατελείς πρωτογενείς διανοίξεις.

Η ενδοσκοπική μέθοδος είναι πιο εξειδικευμένη, απαιτεί εμπειρία και ακριβότερο εξοπλισμό. Προσφέρει ταχύτερη ανάρρωση και επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες και την εργασία καθώς αφήνει ανέπαφο το δέρμα και τον υποδόριο ιστό στην περιοχή του καρπού που χρησιμεύει σαν σημείο στήριξης και άσκησης πίεσης σε πολλές δραστηριότητες. Η ταχύτερη αυτή επιστροφή στην εργασία και στην καθημερινή δραστηριότητα αντισταθμίζει το κόστος της επέμβασης. Παρόλα αυτά αρκετές μελέτες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα πως τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα είναι όμοια και στις δύο μεθόδους. Να αναφερθεί τέλος ότι το ΣΚΣ πρέπει να διακριθεί από παθήσεις που προκαλούν παρόμοια συμπτωματολογία. Έτσι πριν την εφαρμογή της θεραπείας, απαιτείται η διαφοροδιάγνωση μεταξύ ΣΚΣ και Αυχενικής Ριζίτιδας (όπου πιέζεται η Α6 ρίζα) καθώς και μεταξύ ΣΚΣ και
του συνδρόμου Πρηνιστού (όπου το μέσο νεύρο πιέζεται στην περιοχή του αγκώνα).

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το όνομα σας (Απαραίτητο)

Email (Απαραίτητο)

Το τηλέφωνο σας

Θέμα

Το μήνυμα σας